Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Το Έπος Της Αφροσύνης

Το παραμύθι αυτό είναι αφιερωμένο σε όσους έχουν, ακόμη, καρδιά μικρού παιδιού...



Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι άνεμοι χόρευαν με τις θάλασσες στη γη, ζούσε ο Πλιφ το κυματάκι. Όλα ξεκίνησαν όταν μια κυματομαμά, με τη χαριτωμένη αφηρημάδα της, σκόνταψε πάνω σε έναν απρόσεκτο κυματομπαμπά και… πλιφ, γεννήθηκε ο Πλιφ! Αυτή ήταν η αρχή μιας θρυλικής ιστορίας, που τραγουδούν μέχρι τις μέρες μας τα τρεχούμενα νερά όλης της γης. Τα κατορθώματα του μικρού μας φίλου έμειναν αξέχαστα στη μνήμη των νερών, και αν κάνετε πολύ πολύ ησυχία όταν η βρύση της κουζίνας σας στάζει τη νύχτα, ίσως ακούσετε τις σταγονίτσες να φωνάζουν ακόμη το όνομά του: Πλιφ, Πλιφ, Πλιφ!

Ο μικρός Πλιφ έζησε σε μια πολύ δύσκολη εποχή. Τα κύματα όλου του κόσμου είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ έξυπνα και να καταλαβαίνουν ότι το ένα ήταν διαφορετικό από το άλλο. «Κοίτα τι όμορφο αφρό έχω», άκουγες συχνά να λένε, «πιο ωραίο απ’ τον δικό σου!» Ήταν αλήθεια ότι ο αφρός του καθενός ήταν μοναδικός και είχε τη δική του χάρη. Άλλος ήταν πιο ψηλός, άλλος πιο φαρδύς. Άλλος ήταν πιο λευκός, άλλος πιο γαλάζιος. Άλλος πιο χαμογελαστός και άλλος πιο φασαριόζος. Έτσι τα κύματα, μικρά και μεγάλα, άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους. Και οι τσακωμοί γίνονταν όλο και χειρότεροι, όσο περισσότερο σύγκρινε ο καθένας τον εαυτό του με κάποιον άλλο. Οι πιο λογικοί προσπαθούσαν να πείσουν ότι όλοι πρέπει να σέβονται τη διαφορετικότητα του διπλανού τους, όμως ακόμη και αυτοί κατέληγαν να νοιάζονται μόνο για τον δικό τους αφρό όταν δυσκόλευαν τα πράγματα. Έτσι όλοι μάλωναν με όλους, κι όλοι πίστευαν πως είναι φυσιολογικό…

Ο μόνος που προβληματιζόταν σοβαρά με αυτή την κατάσταση ήταν ο μικρός Πλιφ. Είχε μάθει απ’ τον δάσκαλό του στο σχολείο ότι όλα τα κύματα είναι διαφορετικά μεταξύ τους, αφού το καθένα έχει το δικό του αφρό, κι αυτό ήταν κάτι που το έβλεπαν όλοι. «Ο αφρός του καθένα είναι μοναδικός. Έτσι, μικρά μου κυματάκια, το καθένα σας είναι διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα. Και πρέπει να σεβόμαστε ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου», τους έλεγε κάθε μέρα με ευγένεια ο κύριος Γουέιβ, ο καλός τους δάσκαλος. Μα ο Πλιφ ήταν πάντα ανήσυχος σ’ αυτό το σημείο. Κάτι δεν του πήγαινε καλά. Ένιωθε βαθιά μέσα στην καρδιά του ότι αυτό που έβλεπαν τα μάτια του δεν ήταν τελείως σωστό. Ένιωθε πως υπήρχε κάτι πολύ σημαντικό, ίσως το πιο σημαντικό απ’ όλα, που ήταν κρυμμένο. Ή που, από κάποιο λάθος που είχε γίνει, είχαν μάθει να μην το βλέπουν… 

«Κύριε Γουέιβ, να σας ρωτήσω κάτι;» είπε μια μέρα ο Πλιφ διστακτικά, όταν χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα. 

«Ότι θες γλυκό μου κυματάκι» είπε χαμογελαστά ο κύριος Γουέιβ. 

«Κύριε, είμαστε πράγματι διαφορετικοί; Θέλω να πω πως, εντάξει, ο καθένας έχει τον δικό του αφρό, αυτό είναι φανερό, αλλά αυτό οδηγεί ακόμη και τους πιο ήσυχους από μας σε ατελείωτες συγκρούσεις και τσακωμούς. Αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό. Μήπως κάπου κάνουμε κάποιο μεγάλο λάθος; Μήπως υπάρχει κάτι που μας ενώνει όλους και δεν μπορούμε να το δούμε ή να το κατανοήσουμε;» 

Ο δάσκαλος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν πίστευε ποτέ πως ένα μικρό κυματάκι σαν τον Πλιφ θα κατάφερνε να βάλει σε λόγια τις πιο βαθιές του ανησυχίες. Γιατί φοβόταν πως, αργά ή γρήγορα, οι ατελείωτοι καβγάδες θα κατέληγαν σε πόλεμο. Πολύ μεγάλο πόλεμο. «Δεν ξέρω Πλιφ…» είπε ο κύριος Γουέιβ χαμηλώνοντας τα μάτια με θλιμμένο ύφος. Ήταν το πιο αληθινό «δεν ξέρω» που είχε ακούσει ο Πλιφ σε όλη του τη ζωή. Και ήταν το καλύτερο ξεκίνημα για μια μεγάλη αναζήτηση. 

«Όμως ξέρω κάποιον που μπορεί να μας πει» είπε απότομα ο κύριος Γουέιβ και ο Πλιφ αναθάρρησε. «Αν κάποιος γνωρίζει, αυτός είναι ο Σοφός Βράχος.»

«Και που θα τον βρω;»

«Πρέπει να κάνεις μεγάλο ταξίδι Πλιφ. Πρέπει να κινηθείς ανατολικά για πολλές μέρες και νύχτες, και αν επιμείνεις, σίγουρα θα τον συναντήσεις.»

Ο μικρός Πλιφ άφρισε ζωηρά από την χαρά του όταν άκουσε για μεγάλο ταξίδι. Πίστευε πάντοτε πως για να ανακαλύψεις κάτι πολύ σημαντικό πρέπει να πας πάρα πολύ μακριά. Βλέπετε, δεν είχε καταλάβει ακόμη πως αυτό δεν ήταν σωστό.

Την επόμενη κιόλας μέρα, ξεκίνησε την αναζήτησή του. Μετά από πολλές μέρες πορείας προς την ανατολή, με τον άνεμο να μην είναι πάντοτε φιλικός, άρχισε να χάνει το κουράγιο του. «Δεν θα τα καταφέρω», έλεγε και ξανάλεγε. «Πρέπει να τα καταφέρω», πείσμωνε και ξαναπείσμωνε. Ώσπου ένα ξημέρωμα, εκεί που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, βλέπει έναν τεράστιο όγκο να του κρύβει τον ήλιο.

«Σοφέ Βράχε!», φώναξε αφρίζοντας με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει. 

«Ποιος με ζητά;» του απάντησε η πιο βαριά φωνή που είχε ποτέ του ακούσει.

«Με λένε Πλιφ. Είμαι ένα μικρό κυματάκι με μια μεγάλη ερώτηση!»

«Μ’ αρέσει το θάρρος σου μικρέ! Η καρδιά σου είναι αγνή και δυνατή. Αν από εκεί έρχεται η ερώτησή σου, σε ακούω.»

Ο Πλιφ ένιωσε να πλημμυρίζει με ζεστασιά. Ο φόβος του χάθηκε και άφρισε δυνατά: «Εμείς τα κύματα ετοιμαζόμαστε για μεγάλο πόλεμο. Το κάθε κύμα κοιτάζει το δικό του αφρό και μαλώνει με όλα τα υπόλοιπα. Μας χωρίζουν οι αφροί μας. Όμως αυτό είναι το μόνο που ξέρουμε. Υπάρχει κάτι άλλο που να μας ενώνει και δεν μπορούμε να το δούμε; Δεν μπορεί να μην υπάρχει…»

Ο Σοφός Βράχος σώπασε. Αν ο μικρός Πλιφ δεν ήταν τόσο κουρασμένος, ίσως να ένιωθε το πλατύ χαμόγελο του Βράχου. Πάντως η σιωπή του φάνηκε ατελείωτη. 

«Σοφέ Βράχε, θα μου απαντήσεις;» 

Κι εκείνος απάντησε τελικά, μα η φωνή του δεν έμοιαζε και τόσο πειστική. «Ο άνεμος βουίζει δυνατά γύρω μου. Δεν μπορώ να σε ακούσω καλά. Έλα πιο κοντά.» 

«Εδώ καλά είμαι;»

«Όχι, πολύ πιο κοντά…»

Ο Πλιφ πήρε φόρα, μα δεν υπολόγισε καλά τον δυνατό άνεμο. Μόνο την τελευταία στιγμή κατάλαβε πως δεν μπορούσε να σταματήσει εγκαίρως και… πλιφ, έπεσε με δύναμη πάνω στον πελώριο Βράχο! 

Για μια μόνο στιγμή βυθίστηκε προς τα κάτω και χάθηκε. Και αυτή η μοναδική στιγμή ήταν αρκετή. Έγινε Ένα με την τεράστια θάλασσα, ένιωσε έντονα το ίδιο το νερό και τις γιγάντιες δυνάμεις του. Αυτές που δημιουργούσαν όλα τα κύματα και τους ασήμαντους αφρούς τους. Όλοι τους ήταν η θάλασσα, όλοι πάντοτε ήταν νερό, μα δεν μπορούσαν να το δουν, να το νιώσουν. Ήταν σα να κοιμούνταν και να έβλεπαν εφιάλτη. Μα αυτός ήταν πια ξύπνιος. Αναδύθηκε, μια στιγμή αργότερα, σα να ξαναγεννιόταν. Το τέχνασμα του Σοφού Βράχου είχε πετύχει! Του έδειξε αυτά που δεν θα μπορούσε ποτέ να του πει. Γιατί δεν υπήρχαν λέξεις για να τα περιγράψουν.

Με την τελευταία σκέψη στο νου του, ο Πλιφ ευχαρίστησε σιωπηλά το Σοφό βράχο κι αποχαιρετίστηκαν. Μπορεί να μην τον ξανάβλεπε ποτέ, μα δεν στενοχωριόταν. Τους ένωνε πια η ανακάλυψη της αλήθειας. Όμως… σε όλο το δρόμο του γυρισμού, το καινούργιο  πρόβλημα που είχε προκύψει δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Πως θα εξηγούσε τα θαυμάσια πράγματα που ανακάλυψε; Ο Σοφός Βράχος του απέδειξε πως δεν μπορεί να μεταδοθεί με αφρισμένα λόγια η ουσία του νερού και η απεραντοσύνη της θάλασσας που τους ενώνει. Πως θα τους έδειχνε ότι στο βάθος τους είναι όλοι ένα; Τα κύματα ζούσαν μόνο στην επιφάνεια και είχαν πειστεί πως αυτό ήταν όλο. Κανείς δεν θα του έδινε σημασία. Κανείς δεν θα καταλάβαινε όπως εκείνος. Το πρόβλημα έμοιαζε τρομακτικό, και ο μεγάλος πόλεμος σχεδόν σίγουρος. Και ξαφνικά κατάλαβε το λάθος του. Σκεπτόταν όπως πριν! Χρησιμοποιούσε πάλι μόνο τον αφρό που χωρίζει. Έπεφτε συνεχώς στην ίδια παγίδα.

Άφησε τον αφρό του να ησυχάσει. Ένιωσε μέσα στην καρδιά του από νερό όλους του τους φίλους, τους γνωστούς του, ακόμη και τους αγνώστους! Είχαν όλοι το ίδιο πρόβλημα. Ήταν όλοι μπερδεμένοι. Δεν έβλεπαν καθαρά. Η καρδιά του γέμισε με απέραντη αγάπη και συμπόνια για όλα τα κύματα του κόσμου. Και η αγάπη του έγινε τόσο μεγάλη, τόσο απέραντη και δυνατή, που συνέβη ένα θαύμα: Η θάλασσα, η ατελείωτη και παντοδύναμη θάλασσα, τον άκουσε! Ένιωσε για πρώτη φορά πως το μικρό αυτό πρόβλημα στην επιφάνειά της ήταν σημαντικό κι έπρεπε να λυθεί. Κι έκανε κάτι απίστευτο. Για μια μόνο στιγμή έμεινε ακίνητη, σταμάτησε τις τρομακτικές δυνάμεις του νερού που σπρώχνουν τα κύματα και… ΠΛΙΦΦΦ, τα περισσότερα κύματα βυθίστηκαν στιγμιαία στο νερό και ξαναγεννήθηκαν με κατανόηση, όπως ο μικρός μας φίλος.

Μέσα σε μία μόνο στιγμή, η θάλασσα, από ορίζοντα σε ορίζοντα, πλημμύρισε από τόση αγάπη και καλοσύνη που δίπλα στο Σοφό Βράχο, βαθιά μέσα στο νερό, γεννήθηκε η πρώτη αμοιβάδα στη Γη. Έτσι, χάρη στην αναζήτηση του Πλιφ, μετά από πάρα πολύ καιρό, ξεκίνησαν να κολυμπούν στη θάλασσα και να περπατούν στη στεριά τα πρώτα ζωντανά πλάσματα. Όταν έγιναν αρκετά έξυπνα, άρχισαν με τη σειρά τους να πιστεύουν ότι είναι τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Και για ακόμα μια φορά, οι τσακωμοί δεν είχαν τελειωμό…

Ευτυχώς, κάποια πολύ λίγα από αυτά, με κάποιο μαγικό τρόπο νιώθουν  βαθιά μέσα στην καρδιά τους ευγνωμοσύνη για τον φίλο μας. Για τη δημιουργία τους, αλλά και για την ελπίδα, χάρη σε κάποιο κρυμμένο μυστικό, να ζήσουν κάποτε ειρηνικά, με αγάπη κι ευτυχία. Γι’ αυτό τα πιτσιρίκια τους τρελαίνονται, χωρίς να καλοκαταλαβαίνουν τι κάνουν, να πλατσουρίζουν τα πόδια τους όταν βρίσκουν λακουβίτσες με νερό τις βροχερές μέρες, και να ακούγεται παντού: Πλιφ, Πλιφ, Πλιφ, Πλιφ!

           Και τα τρεχούμενα νερά τραγουδούν ακόμη, δίχως σταματημό, το μυστικό της ενότητας, το  κλειδί για την πόρτα πέρα από την αφροσύνη… 


Παναγιώτης Κωνσταντάκος

Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

Από κει που είσαι 7._


Ξεκίνα από κει που είσαι…

 

            Ζω στο Τώρα. Κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω μορφές. Ζωντανές και μη. Υλικές.

 Χμμ… Τι είναι η μορφή;

 

         Μορφή είναι η έκφραση του παρελθόντος στο παρόν. Η ενέργεια υφίσταται στο παρόν, η διαμόρφωσή της στο παρελθόν (μορφογενετικά πεδία, μνήμη). Έτσι το παρελθόν «τρέφεται» από το παρόν. Συντηρείται. Αλλά και μεταβάλλεται. Τροποποιείται. Αναπαράγεται «διορθωμένο» (κι όμως, το παρελθόν αλλάζει!).

 

         Αφού βρίσκομαι στο παρόν, γιατί βλέπω μόνο μορφές κι όχι ελεύθερη ενέργεια; Γιατί δεν βλέπω απλά. Αναγνωρίζω. Συγκρίνω αυτόματα αυτό που κοιτάζω με ένα πρότυπο που έχω στη μνήμη μου. Στο Εγώ μου. Κι όταν συγκρίνω κάθε τι που κοιτάζω με ένα πρότυπο, το σημαντικό είναι το πρότυπο! Η επιβεβαίωσή του, η συντήρησή του, η τροποποίησή του, η βελτίωσή του για να μπορεί να συνεχίσει… να συγκρίνεται αποτελεσματικά με τις νέες θεάσεις… και να τρέφεται από αυτές!

            

Οπότε δεν ζω στο παρόν! Ζω στο παρελθόν. Είμαι το παρελθόν! Είμαι… ένα πλοκάμι του (το Εγώ). Είμαι το αισθητήριό του στο παρόν…

Και νιώθω πως το παρόν… με κάποιο ακατανόητο τρόπο… με καλεί… να πάω μαζί του… να γίνω το δικό του αισθητήριο στο παρελθόν! Να συμβάλω στην ισορροπία.  Ένα αληθινό Κάλεσμα.

 

Πως; Μια ερώτηση από το παρελθόν… Η μνήμη πάντα λειτουργεί με μέθοδο, με πρόγραμμα. Ας συνεργαστώ μαζί της. Ας πάω με τα νερά της. Άλλωστε είμαι αυτή, και ξεκινάω από κει που είμαι.

 

           Αν δεν αναγνωρίζω; Μπορώ να κοιτάζω χωρίς να αναγνωρίζω; Να βλέπω τα πάντα σαν για πρώτη φορά; Δίχως πρότυπα, δίχως μνήμη, δίχως λέξεις; Να δω μια καρέκλα δίχως τη λέξη «καρέκλα»; Ίσως. Εσένα δίχως το όνομά σου και τις μνήμες που έχω για σένα; Χμμ… Δυσκολεύει το θέμα… Τον εργοδότη μου, σα να τον βλέπω για πρώτη φορά; Αδύνατο! Τον εαυτό μου, σα να υλοποιήθηκα μόλις τώρα; Πιο αδύνατο κι απ’ το αδύνατο θα μου πεις!

 

            Όταν κρίνω κάτι ως εύκολο ή δύσκολο ή αδύνατο, συγκρίνω πάλι με ένα πρότυπό μου. Ας σταματήσω να το κάνω. Όχι με απόφασή μου, αλλά με το αναπόφευκτο σταμάτημα που επιφέρει η επίγνωση του πως λειτουργεί η δομή!

 

            Άλλωστε, με τα εύκολα έχουμε τελειώσει εδώ και καιρό. Είδαμε και νιώσαμε το αδιέξοδο που μας οδήγησαν. Απαραίτητο ίσως για να γίνει η ανάγκη η καλύτερή σου φίλη. Η ανάγκη για κάτι αληθινά καινούργιο. Η ανάγκη να γίνει απλά και άμεσα αυτό που, έξω απ΄το αδιέξοδο (ή έξω απ’ την επίγνωσή του) αποκαλούσες αβίαστα δύσκολο…

 

             Πρόσκληση και πρόκληση καλέ(-η) μου φίλε(-η).

             Κοίτα γύρω σου: Ιδού η Ρόδος…



Παναγιώτης Κωνσταντάκος

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

Το Άγιο Δισκοπότηρο



Μια φορά κι έναν καιρό…

            Ο παππούς του τον κοίταζε αχόρταγα. Τον μελετούσε πάντα όταν έπαιζε κι έδινε σ’ αυτό όλη του την προσοχή και την αγάπη, σα να τον έβλεπε κάθε φορά για πρώτη φορά. Ένα τεράστιο χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, που δεν είχε να κάνει μόνο με την αστεία σκηνή που αντίκριζε: ένας πιτσιρικάς με μια κατσαρόλα στο κεφάλι να στριφογυρίζει ένα κοντό ξύλο με πάθος κι επιδεξιότητα, ίδιος ο βασιλιάς Αρθούρος!

           Του ήρθαν αμέσως στο μυαλό τα παιδικά του χρόνια. Όμως δεν έπεσε στην παγίδα. Ήταν πολύ προσεκτικός για να αφεθεί στη δίνη του παρελθόντος. Απλώς παρατήρησε για ακόμη μια φορά το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος νους. Ο δικός του και του εγγονού του.

           Όταν το παιχνίδι δεν κατάφερνε πια να απορροφήσει όλη την ενέργεια του μικρού, η μάχη σταμάτησε απότομα και η υπόσχεση μιας καινούργιας ανακάλυψης αναδύθηκε ξαφνικά σαν από το πουθενά, όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν.

 

… ήταν ένας νεαρός ιππότης …

              «Παππού, υπάρχουν ιππότες σήμερα;»

Ο παππούς ξαφνιάστηκε. Δύσκολο ερώτημα. Ήξερε καλά πως για να απαντήσεις σωστά και απλά σε ένα μικρό παιδί, έπρεπε να γνωρίζεις ένα θέμα σε βάθος, να έχεις νιώσει την αλήθεια του, την ουσία του. Αλλιώς, ο μπαγάσας, θα σε έπαιρνε χαμπάρι! Άλλωστε, ήταν μια υπέροχη ευκαιρία να βρουν μαζί την απάντηση σε ένα σημαντικό ερώτημα που δεν θα έθετε ποτέ ένας μεγάλος. Προσπερνώντας τη θλίψη της τελευταίας σκέψης, του απάντησε.

           «Χμμ… να ένα ωραίο ερώτημα που δεν ξέρω την απάντησή του. Θες να το ψάξουμε μαζί; Σε προειδοποιώ πως θα δυσκολευτούμε πολύ.»

                 «Αχ παππού, είμαι απλώς μικρός, όχι χαζός! Θα τα καταφέρουμε!»

           «Χα χα χα», και η κοιλιά του παππού τραντάχτηκε για τα καλά από τα γέλια. «Τέλεια απάντηση μικρέ. Και τώρα πρόσεξέ με καλά…»

      Και η περιπέτεια ξεκίνησε…

                «Η λέξη “ιππότης” προέρχεται από τη λέξη “ίππος”, δηλαδή άλογο. Τα πολύ παλιά χρόνια γίνονταν πολλοί πόλεμοι και οι άνθρωποι ήταν πολύ φτωχοί. Από τους πολεμιστές, ελάχιστοι είχαν άλογο. Αυτό τους έκανε να ξεχωρίζουν στις μάχες με τις πολλές τους νίκες και να αποκτούν φήμη. Έτσι τους ονόμασαν ιππότες».

            «Μα παππού, σήμερα κανείς δεν καβαλάει άλογο στην πόλη μας, οπότε δεν υπάρχουν πια ιππότες…»

                «Μην βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα. Η απογοήτευση θολώνει τη σκέψη σου. Ας συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Στο άλογο. Και τι σημαίνει “άλογο”; Η λέξη βγαίνει από το α + λόγος, δηλαδή είναι αυτό που δεν μιλά, που δεν χρησιμοποιεί λέξεις, που δεν σκέπτεται, κι όμως είναι πολύ δυνατό. Είναι το ένστικτο. Αυτό που εμείς οι μεγάλοι λέμε “ασυνείδητο”. Οπότε: ιππότη δεν ονομάζουμε μόνο τον καβαλάρη που ελέγχει το άλογό του, αλλά, κατά μια έννοια, και τον άνθρωπο που ελέγχει τις βαθύτερες δυνάμεις του μυαλού του».

                 «Και το σπαθί του;»

            «Το σπαθί του είναι η σκέψη του. Η σκέψη ορίζει, χωρίζει και περιορίζει, αλλά αυτό θα το καταλάβεις καλύτερα όταν μεγαλώσεις λιγάκι ακόμη. Αρκεί να θυμάσαι πως, όπως οι παλιοί φημισμένοι πολεμιστές έβγαζαν το σπαθί τους από τη θήκη μόνο όταν ήταν αληθινά απαραίτητο, έτσι κι ένας σημερινός ιππότης χρησιμοποιεί τη σκέψη του μόνο όταν πρέπει, στον φυσικό της χώρο, στα υλικά προβλήματα».

                «Δηλαδή υπάρχουν και σήμερα ιππότες παππού! Γιούπιιιι!»

                «Χα χα χα, το ήξερα πως θα χαρείς».

               Κι ο χορός με την κατσαρόλα και το ξύλο ξεκίνησε πάλι με ακόμη περισσότερο κέφι.

 

… που με τη βοήθεια ενός φλογερού δράκου …

           Ξαφνικά ο μικρός κοκάλωσε. «Κι ο δράκος που φυλάει το θησαυρό; Υπάρχει κι αυτός;»

             Τα μάτια του παππού γυάλισαν και το στόμα του άνοιξε μια πιθαμή. Πριν προλάβει να απαντήσει, ο μικρός ρώτησε ξανά. «Τι σημαίνει δράκος παππού;»

            «Χμμ… Βλέπω πως έμαθες κιόλας πώς να ξεκινάς μια σοβαρή έρευνα! Εγώ στην ηλικία σου δεν έλεγα καλά καλά το όνομά μου!» είπε ο παππούς και γέλασαν και οι δύο με την ψυχή τους. Δεν ήταν όμως αλήθεια. Ο πιτσιρίκος του έμοιαζε πάρα πολύ. Και στο μυαλό, και στην καρδιά.

        «Δράκος, είναι αυτός που βλέπει πολύ καλά, καθαρά, με διαύγεια, δίχως μπερδέματα και σκοτούρες. Είναι η ματιά που καίει όλα όσα σε εμποδίζουν να κατανοήσεις. Γι’ αυτό και οι δράκοι των παραμυθιών βγάζουν φλόγες από το στόμα τους.»

               «Αυτός, δηλαδή, είναι ο θησαυρός που βρίσκει ο ιππότης παππού;»

             «Εεε… δεν το είχα ποτέ σκεφτεί έτσι… Έχεις δίκιο. Άλλωστε, δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο από μια καθαρή ματιά, από ένα μυαλό που δεν είναι μπερδεμένο, σε σύγχυση».

            «Και τι κοιτάζει καθαρά ο ιππότης παππού; Αυτές τις βαθύτερες δυνάμεις του μυαλού που μου είπες πριν; Αυτά είναι τα εμπόδια παππού;»

              Κοίταξε τον μικρό έκπληκτος και δεν πίστευε ούτε στ’ αυτιά του, ούτε στα μάτια του! Του έμοιαζε τόσο πολύ… Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε εδώ…

             «Ναι, μικρέ μου φίλε. Οι δυνάμεις του παρελθόντος. Οι δυνάμεις της μνήμης. Της ψυχολογικής μνήμης, που είναι εμπόδιο για την κατανόηση».

 

… έσωσε έναν γηραιό πρίγκιπα.

          «Ξέρω παππού. Ξέρω. Όπως όλα αυτά που θυμάσαι από τον πόλεμο παππού. Είναι συνέχεια στο μυαλό σου. Δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς τις νύχτες και σου κλέβουν τα χαμόγελα τις μέρες. Σε έχω δει πως κοιτάς το παράσημό σου παππού. Δεν θες να το βλέπεις… Πέτα το παράσημο παππού. Άφησε τις μνήμες να σβήσουν. Μην τις θρέφεις. Η αλήθεια είναι εδώ και τώρα, σε σένα και σε μένα κι όχι στο παρελθόν. Μην το κρατάς άλλο. Άφησε την αγάπη να γεννηθεί στην καρδιά σου, άφησε τον ιππότη, το άλογο, το δράκο και το θησαυρό να γίνουν όλα  Ένα. Στο Τώρα είναι Ένα.»

            Τα δάκρυα της κατανόησης ξέπλυναν τις πληγές και σιώπησαν το μυαλό. Ο μικρός έτρεξε αυθόρμητα στον παππού του κι έχασαν και οι δυο τους εαυτούς τους μέσα σε μια σφιχτή αγκαλιά όλο φως.

            Ανακάθισε απότομα στο κρεβάτι. Για λίγο δεν ήξερε που βρισκόταν. Μόνο για λίγο. Ήταν όνειρο. «Εγώ ήμουν», μονολόγησε. Όμως οι λέξεις του φάνηκαν ασήμαντες, ψεύτικες. Τις άφησε να φύγουν. Κοίταξε με λαχτάρα έξω απ’ το παράθυρο. Τα δέντρα έλαμπαν στο φως του ήλιου, με τα ολοζώντανα φύλλα τους να παιχνιδίζουν φτιάχνοντας μυριάδες αποχρώσεις του πράσινου. Και οι σκιές αντιστάθμιζαν την έλλειψη χρώματος με μια αέναη κίνηση πολύπλοκων μαγικών σχημάτων. Ήταν μια υπέροχη μέρα. Ήταν η πρώτη καινούργια μέρα εδώ και πολλά, ατελείωτα, χρόνια.


Παναγιώτης Κωνσταντάκος 

 

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Από κει που είσαι 6

 

 

  Ξεκίνα από κει που είσαι…

Θλίψη. Βουλιάζεις μέσα στη σκοτεινιά της, την αποδέχεσαι ως κάτι αναπόφευκτο, ή τρέχεις μακριά της διαπιστώνοντας με έκπληξη ότι, κρυμμένη πια,  δυνάμωσε περισσότερο.

Για μια στιγμή… Η θλίψη είναι αυτό που είναι. Ας μην την αποδεχτούμε όπως πιστεύουμε ότι είναι κι ας μην φύγουμε τρέχοντας από αυτή. Ας την κοιτάξουμε από κοντά, από πολύ κοντά, μέχρι να χαθεί η καταχνιά, μέχρι να τη δούμε ολοκάθαρα…

 

Αυτή η έρευνα είναι πολύ σοβαρή γιατί αφορά τη θλίψη του Κόσμου. Το κοινό έδαφος όλων μας. Γενέθλια = γέννηση στη θλίψη. Και πανηγυρίζουμε το σβήσιμο των ισάριθμων με τα χρόνια μας κεριών, τόσα λιγότερα πια στο δρόμο που η μοίρα μας προσκάλεσε. Και μας προκάλεσε να εξελιχθούμε επίπονα σε αυτό το λεγόμενο πεδίο ενσάρκωσης.  Μεταμορφώνοντας τη θλίψη!

Ας κάνουμε αυτά τα βήματα της εξέτασης μαζί, δίπλα δίπλα, σαν δυο φίλοι που νοιάζονται πολύ ο ένας για τον άλλο, αλλά και για την ανακάλυψη της αλήθειας της θλίψης… Αν δεν νιώσεις άνετα να με συνοδέψεις, οποιαδήποτε στιγμή, δεν θα συνεχίσω μόνος. Ελπίζω να κάνεις κι εσύ το ίδιο για μένα…

 

Θλίψη στη μηχανολογία είναι η καταπόνηση ενός δοκιμίου όταν «πιέζεται» με μία δύναμη F. Είναι αντίθετη του εφελκυσμού και περιγράφει πρακτικά την άσκηση «πίεσης» σε ένα υλικό σώμα. Η θλίψη δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη διαφορετικών κομματιών που πιέζουν το ένα το άλλο. Παρατηρείται σε υλικές διαδικασίες, μιας και η ύλη αποτελείται εξ ορισμού από κομμάτια, σε συνθήκες που απέχουν από αυτό που αποκαλούμε «κατάσταση ηρεμίας». Και λειτουργεί μαζί με την εξαδέλφη της την τριβή. Σε μια κατάσταση ενότητας λοιπόν, μη υλική, δεν μπορεί να υπάρξει θλίψη.

 

Σύμφωνα με τα παραπάνω, στον ψυχολογικό χώρο, ένας ακέραιος άνθρωπος δεν δύναται να νιώσει θλίψη. Ένα «άτομο», ένας άνθρωπος που δεν είναι τεμαχισμένος σε πολλά μέρη ψυχολογικά, δεν συμβάλλει στη συλλογική θλίψη. Δεν ανήκει στην κίνηση του Εγώ, του πολύπλοκου αυτού συνονθυλεύματος από κομμάτια, που όσο καλά κι αν τα διευθετήσεις, κι αν τα ρυθμίσεις, μια εξωτερική άσκηση πίεσης είναι ικανή να παράξει την καταπόνηση αυτή που ονομάζουμε θλίψη. Που βρίσκεται λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; Σίγουρα όχι εδώ, ανάμεσά μας. Άλλωστε, ακόμη κι αν στεκόταν εδώ, μπροστά μας, θα μας έφερνε αντιμέτωπους με αυτό που έχουμε, κι όχι με αυτό που θα θέλαμε να έχουμε. Τη θλίψη, κι όχι μια ιδεατή χαρά.

 

Ας κοιτάξουμε από κοντά αυτό που έχουμε. Αυτό που είναι. Αυτό που θα θέλαμε να είναι, αποτελεί μια παγίδα, μια διάσπαση προσοχής, μια σπατάλη ενέργειας. Και χρειαζόμαστε κάθε ψήγμα της για να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Για να δούμε καθαρά. Για να αντιληφθούμε.

 

Χμμ…

 

Κατ’ αρχήν την ονομάζω θλίψη. Πότε ονοματίζω κάτι; Όταν το προσεγγίζω θετικά, δηλαδή όταν επεμβαίνω σε κάτι που είναι διαφορετικό από μένα. Χμμ… Κάτι πολύ σοβαρό φαίνεται εδώ: Ονομάζοντας το αίσθημα ως «θλίψη» προϋποθέτω το γεγονός «η θλίψη κι Εγώ». Είμαι Εγώ διαφορετικός από τη θλίψη μου; Ή η θλίψη είναι το αναπόφευκτο δημιούργημα του τεμαχισμένου Εγώ μου; Ενός Εγώ που ονοματίζει, αναγνωρίζει, δηλαδή συγκρίνει με τα πρότυπά του κι αναπαράγει τον εαυτό του; Τη μνήμη; Το παρελθόν; Κι αυτά τα κάνει με τη χρήση του Λόγου…

Μιλώντας λοιπόν για τη θλίψη, ή σκεπτόμενος γι΄αυτή, απομακρύνομαι από το αίσθημά της, από την αλήθεια της, φεύγω μακριά κι αυτή δυναμώνει! Γιατί βρίσκεται μέσα μου, και της γυρίζω την πλάτη!

 

Ας μείνουμε με το αίσθημα αυτό. Άλλωστε, για να το ονοματίσω πρέπει να το αναγνωρίσω, να το σκεφτώ εκ των υστέρων, οπότε και λαμβάνει χώρα η διαίρεση «Εγώ και η Θλίψη» που την δημιουργεί, την ενισχύει, την εδραιώνει…

Όταν μένω με αυτό… στην άχρονη στιγμή… τι συμβαίνει; Όταν δεν ονοματίζω, δεν ταυτίζομαι, δεν αναγνωρίζω, δεν κινούμαι, αλλά στέκομαι δυναμικά μαζί του… ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ!

 

Κι εγώ δεν είμαι Εγώ, υπάρχει μόνο ενέργεια, που είναι αγάπη, και κατακλύζει τα πάντα… Και είμαστε τα πάντα!

………………………………………………………………………………………………….....

 

Έμεινες μαζί μου, βήμα βήμα, σε έναν διαλογισμό με αφετηρία και δίχως τέρμα. Ή, ίσως πιο σωστά, με τέρμα και δίχως αφετηρία. Το τέρμα του Εγώ κι Εσύ. Των εμποδίων. Της αποκοπής. Όταν τελειώνει Αυτό, απλά υπάρχει το Άλλο…



Παναγιώτης Κωνσταντάκος

 

Κυριακή 21 Μαΐου 2023

Η Βαβέλ ενός Αλλιώτικου Πύργου

           Η παρακάτω φανταστική ιστορία θα μπορούσε να ήταν ένα εναλλακτικό 2012. Ή, πιο απλά, η  επιλογή που δεν κάναμε τότε... Ίσως να συνέβη αλλού, σ' ένα παράλληλο σύμπαν! Ποιος ξέρει;


 Το παράθυρο δεν έλεγε ν’ ανοίξει. Η έντονη προσπάθεια είχε εστιάσει όλη μου την προσοχή στο δύστροπο πόμολο. Άκου λέει δύστροπο! Φαίνεται πως είχα αποκτήσει μια ακόμη εμμονή, να συγκρίνω με την δική μου όλες τις άλλες συμπεριφορές. Ακόμη και των αντικειμένων. Έτσι κατάφερα να δικαιολογήσω την καθυστέρησή μου να αντιληφθώ τα πράγματα. Ποια πράγματα; Μα αυτά που συνέβαιναν στη γειτονιά, και μάλιστα ακριβώς μπροστά απ’ το σπίτι μου.

        Η λέξη “πράγματα” είναι περισσότερο κυριολεκτική απ’ όσο αρχικά μοιάζει. Όταν τα πράγματασυμβαίνουν, αφορούν συνήθως καταστάσεις που μεταβάλλονται. Πόσο μάλλον τις συγκεκριμένες καταστάσεις, που αφορούσαν όντως πράγματα, δηλαδή αντικείμενα. Και μάλιστα ασυνήθιστα “πράγματα” με συνηθισμένα πράγματα! Που με άφησαν “κάγκελο”, αφού πίσω απ’ το… κάγκελο του μπαλκονιού εκτυλισσόταν η πιο απερίγραπτη εικόνα.

             Ας ξεκινήσουμε όμως την ιστορία απ’ την αρχή, που λέει ο λόγος δηλαδή…

 

          …Ξάφνου, πέφτει στα κεφάλια μας η κρίση. Κρίση από δω, κρίση από κει, κρίση που βαθαίνει και δεν ρηχαίνει με τίποτα. Γρήγορα και αποφασιστικά. Να σου όμως που κάτι υψώνεται. Όχι, δεν είναι το λάβαρο της ελπίδας. Είναι τα σωτήρια μέτρα. Νέα μέτρα, παλιά μέτρα, παλιά μέτρα που εφαρμόζονται ως νέα και το ανάποδο. Αργά και βασανιστικά. Η απαραίτητη γαρνιτούρα στον παραπάνω κατασκότεινο κυκεώνα φυσικά δεν έλειπε. Διότι το κοντράστ, ή αλλιώς η αντίθεση με στόχο την υψηλή ευκρίνεια, απαιτεί μία ποικιλόχρωμη επικάλυψη από σοβαρές δηλώσεις που γνωρίζουμε όλοι εκ των προτέρων ότι θα αναιρεθούν από τα γεγονότα ή από άλλες δηλώσεις, εξίσου υπεύθυνες. Αν και το προαναφερθέν μοιάζει απαράδεκτο και εξοργιστικό, για κάποιο παράξενο λόγο καταφέρνει να γίνεται απολύτως αποδεκτό αν κι εφόσον ο τόνος της φωνής του αγκαριάζοντος πολιτικού που ανακοινώνει, ταιριάζει με τον χρωματικό τόνο του ταγιέρ της τηλεπερσόνας που προλογίζει το θέμα στο δελτίο ειδήσεων. Ή μήπως το αντίστροφο… δεν θυμάμαι… να γιατί κόβομαι συνέχεια στην κοινωνική μηχανική! Τέλος πάντων. Η συλλογική απόγνωση πήρε διαστάσεις πρωτόγνωρες, και διήρκεσε αρκετά. Ώσπου ένα ωραίο πρωινό, το πρωτόγνωρο είχε πια μετατραπεί σε συνηθισμένο και αφόρητα βαρετό. Αυτό έγινε αντιληπτό απ’ το γεγονός ότι παρόλα τα διαστελλόμενα προβλήματα, το πρωινό φάνταζε όντως εξαίσιο. Όλοι κοίταζαν με θαυμασμό τον καταγάλανο ουρανό και τον λαμπερό ήλιο που έμοιαζε, μεταξύ δύο αποκλινόντων chemtrails, να μοιράζει απλόχερα όρεξη για ζωή.

  

          Όπως ήταν φυσικό, άδραξαν όλοι την ευκαιρία και κράτησαν τις ομπρέλες τους ανάποδα. Τα πρόσωπα καλωσόρισαν τα χαμόγελα παρέα με λίγες καινούριες ρυτίδες. Τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι είχαν τόσο καιρό να χαμογελάσουν, που η επιδερμίδα διαμαρτυρήθηκε σχεδόν φωναχτά που έχασε τη βολή της. Έτσι όλοι ξαναγνωρίστηκαν. Ήταν λες και η γειτονιά έκανε καθημερινά γενική συνέλευση με προϋπόθεση συμμετοχής το χαμόγελο να αγγίζει τ’ αυτιά. Το θέαμα ήταν ενοχλητικά απίστευτο. Κάθε βλέμμα που έριχνα στο μικρό μας στενάκι ισοδυναμούσε με λυσσαλέα επίθεση εναντίον του γνωστικού μου συστήματος από οξύμωρες καταστάσεις. Αιώνιοι εχθροί να αλληλοσκλαβώνονται με χάρες κι εξυπηρετήσεις δίχως προσμονή ανταπόδοσης, διαχειριστές πολυκατοικιών να συγχωρούν από καρδιάς  χρόνιους κακοπληρωτές οι οποίοι να δηλώνουν επίμονα ασυγχώρητοι, ενώ οι ιδιοκτήτες θέσεων στάθμευσης να παρακαλούν σχεδόν τους γείτονές τους να παρκάρουν εκεί όταν λείπουν, ή να τους “κλείνουν” ελεύθερα παρκάροντας μπροστά, αφού, όπως ανατριχιαστικά έπιασε το αυτί μου «έλα μωρέ, μια πόρτα είμαστε!!». Ήταν μια αληθινή Ανατροπή, ακριβώς στον αντίποδα ομώνυμης τηλεοπτικής εκπομπής “υποκρινόμενου”, όνομα και πράγμα, δημοσιογράφου. Κάπου εκεί, λοιπόν, μεταξύ των ατέρμονων καλωσορισμάτων και των υπερβολικών κοπλιμέντων, έπεσε η ιδέα του μπαζάρ.

 

          Ελληνιστί παζάρι. Ήταν η ιδέα νούμερο 1 (η αρίθμηση να σας προϊδεάσει για τη συνέχεια), και είχε ως εξής: Η ανιούσα αφορούσε μόνο τη διάθεση των περιοίκων, αλλά δεν έλεγε να αγγίξει τα οικονομικά τους. Βλέπετε, παρόλο που απ’ τον πάτο μπορείς να κινηθείς μόνο προς τα πάνω, εκείνα είχαν πεισμώσει γαϊδουρινά σε πλήρη ακινησία. Ταυτόχρονα, η παθογένεια του καταναλωτικού παρελθόντος άφησε σε όλους μας προίκα, εκτός της βαθιάς κρίσης, έναν πακτωλό άχρηστων αγαθών, που συσσωρεύτηκαν βαθμιαία ως αποτέλεσμα:

  1. Ψωνίζουσας θεραπείας (shopping therapy) των ελαφρά ασθενών.
  2.  Προσπάθειας καθορισμού προσωπικής ταυτότητας των πιο σοβαρά ασθενών. 
  3. Συνήθειας, αυτών που εγκατέλειψαν απελπισμένοι τις παραπάνω  αναποτελεσματικές θεραπείες.

Σε συνθήκες, τώρα, έκτακτης ανάγκης συμβαίνει το εξής ενδιαφέρον: αυτό που είναι τελείως άχρηστο σε σένα ενδεχομένως να ικανοποιεί ζωτική ανάγκη του διπλανού σου. Ή έστω υποκειμενικά ζωτική, με την αντικειμενικότητα να παραπαίει πια μετά από δεκάδες χρόνια δημιουργίας επιφανειακών αναγκών. Το πιο απίθανο βέβαια, ενάντια σε κάθε νόμο στατιστικής, τωρινό ή μελλοντικό, ήταν ότι την παραπάνω σκέψη την έκανε η κυρά Μαρία που μένει στο ερείπιο στη γωνία. Ναι, ναι, αυτή με το Αλτζχάιμερ. Από τότε που η ΔΕΗ της έκοψε το ρεύμα και το σήριαλ “τα κλεμμένα όνειρα της άλλης” έπαψε να ουρλιάζει στη διαπασών κάθε απόγευμα, φαίνεται πως μαζί με τον ελληνικό της καφέ άρχισε να κατεβάζει και ιδέες. Saved by the χαράτσι! Αφού οι φημισμένοι πιτσιρικάδες της γειτονιάς, μετά τις επικές καζούρες του χθες, καταδέχθηκαν να διδαχθούν απ’ τη γιαγιά το περίφημο free downloading του φλιτζανιού. Νεολαία με ανοιχτό μυαλό βρε παιδί μου! Και πολύ καλοί μαθητές, με τον μικρότερο απ’ αυτούς να διεκδικεί με ζήλο τα δικαιώματα της μυθικής ιδέας νούμερο 2 (προσεχώς).

 

         Οι πάγκοι στήθηκαν σε χρόνο ρεκόρ και οι απαραίτητες αγκαροδουλειές έγιναν με πρωτόγνωρη ταχύτητα και συντονισμό. Οι εθελοντές ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, λες και τους ξερνούσε  σκουληκότρυπα απ’ την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Το κέφι είχε επιτέλους επιστρέψει για να ζεστάνει τις καρδιές. Στο τελευταίο βοηθούσε και η γλυκιά νοσταλγία που δημιουργούσε ο οικιοθελής αποχωρισμός τόσων αντικειμένων. Ο καθένας δώριζε τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του, τις απατηλές σκέψεις που τον πλημμύριζαν κοιτώντας τις βιτρίνες και τον έπειθαν να επενδύσει εκεί τις λιγοστές του οικονομίες. Έτσι έμοιαζε να συμβαίνει μια ανταλλαγή επίπλαστων εαυτών, αφόρητων ρόλων που είχαν κάτσει για τα καλά στο σβέρκο των ξενιστών τους. Και ήταν το τέλος της επιδημίας. Διότι, αναπάντεχα, έλαμψε η ασημαντότητα του ιού.

 

            Το σοκ ήταν ισχυρό. Όσο ήταν απαραίτητο για μια αληθινή αλλαγή. Διότι η παραπάνω συλλογική προσφορά συγκρούστηκε με μία συλλογική άρνηση. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα πράγματα του άλλου! Κάνεις δεν ένιωθε πως εξυπηρετούσε σημαντικές του ανάγκες αποδεχόμενος τα πράγματα του διπλανού του. Την αρχική αμηχανία διαδέχθηκε η αναπόφευκτη επίγνωση: Το ομορφότερο δώρο σ’ αυτό το σύμπαν, η Ζωή, οι δικές μας οι ζωές, χαραμίστηκαν στη συλλογή ανούσιων αντικειμένων. Πραγμάτων που μας βαραίνουν, μας περιορίζουν, μας σκλαβώνουν, σαν τους φυλακισμένους που περνούν όλη τους τη ζωή σφυρηλατώντας με ζήλο την ασήκωτη μεταλλική μπάλα που θα δέσουν στο πόδι τους. Και το χειρότερο απ’ όλα: είχαμε το θράσος να γελάμε με τους Ντάλτον! Θράσος που μάλλον συνδυαζόταν με την τύχη του Λούκυ Λουκ (Lucky Luke), αφού ακόμη επιβιώνουμε ως είδος. Κι ας είμαστε τραγικά πιο αργοί απ’ τις σκιές μας… 

          Ήταν ένα μούδιασμα που παραλίγο να μας επιστρέψει στα παλιά. Ίσως η μαγεία που είχαμε συσσωρεύσει να είχε καταφέρει να αναπτύξει κάποιον ιδιότυπο μηχανισμό αυτοσυντήρησης, πέρα απ’ τη βούληση των συμμετεχόντων. Ήταν τότε που οι τελευταίοι ορκίζονταν πως πρόλαβαν να δουν φευγαλέα ένα μικρό φως πάνω απ’ το κεφάλι του περιβόητου πιτσιρικά ακριβώς πριν ξεφουρνίσει την ατάκα. Το ότι έμοιαζε με αναμμένη λάμπα μέσα σε ένα συννεφάκι, ντράπηκαν να το πουν. «Ας φτιάξουμε έναν Πύργο!»

 

           Η πρόταση φαίνεται να στερείται λογικής στο πρώτο άκουσμά της, μα δεν είναι καθόλου έτσι. Βλέπετε, η αφόρητη ασφυξία που επέβαλε το αιτιοκρατικό αυτό αδιέξοδο διοχετεύτηκε στην μόνη επιτρεπτή κατεύθυνση κίνησης: προς τα πάνω. Προς τα κει δηλαδή που θα έπρεπε να στοχεύει πάντοτε η αληθινή Εξέλιξη. Και τα κατάφερε, παρόλο που μέσα στον άκρατο ενθουσιασμό, η Εξέλιξη ήταν το μόνο που δεν σκεπτόταν κανείς. Με τα παπούτσια να έχουν μετατραπεί από καιρό σε δυσεύρετα, παλιά και καινούργια, αποδείχθηκε τελικά πως την είχαν γραμμένη στα παλιά τους τα γραφεία. Ήταν τα πρώτα που ξεκουβαλήθηκαν από δωμάτια, σαλόνια, πατάρια και αποθήκες, καθώς έμοιαζαν να επιτελούν πια τον οριστικό τους σκοπό. Δεν μπορεί να κατασκευάστηκαν τόσο ανθεκτικά για να αντέχουν το μηδαμινό φορτίο λιγοστών βιβλίων και ακόμα λιγότερων χαρτικών. Είχε φτάσει η στιγμή να υλοποιηθεί η ως τότε θεωρητική βαρύτητα της γνώσης. Πάνω σ’ αυτά θεμελιώθηκε ο Πύργος. 

          Ήταν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Βοήθησαν βέβαια και τα μονίμως πια ακινητοποιημένα αυτοκίνητα που βρίσκονταν  τριγύρω. Από πάνω, άρχισαν να τοποθετούνται οι, πρώην ηλεκτρικές, και νυν διακοσμητικές, συσκευές. Πλυντήρια και κουζίνες, φούρνοι και κλιματιστικά, εξοπλισμένα με σταυρούς και κομποσκοίνια για τον εξορκισμό του δαιμονικού ηλεκτρικού ρεύματος, στοιβιάστηκαν εντέχνως το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο, σε ένα κλίμα αφύσικης συνεννόησης και μεθόδευσης. Αποκορύφωμα, ο Περικλής ο κουφός, που αντί ν’ απαντήσει από εκεί ψηλά που κρεμόταν, κατάλαβε αυτοστιγμεί τον κίνδυνο και ίσιωσε αποφασιστικά την τρίφυλλη ντουλάπα που τοποθετούσε πάνω σ’ ένα ψυγείο, αμέσως μόλις ο επιβλέπων θείος του ο Θύμιος κραύγασε από κάτω: «Πηρκλίσ’!» . Ευτυχώς που οι ταυτόχρονες διαμαρτυρίες της μάνας του πως δεν πρόλαβε να την αδειάσει, όταν κουδούνισαν μέσα οι κρεμάστρες, δεν τον πτόησαν. 

 Τα κενά γέμιζαν με μικροπράγματα που έδιναν στο σύνολο την απαραίτητη συνοχή. Ήταν δεμένα με σχοινιά απλώματος, με τα ξεχασμένα μανταλάκια να δίνουν μια πολύχρωμη πινελιά, λες και ήταν αφημένα επίτηδες. Αμπαζούρ και εκτυπωτές, καζάνια και τηλεοράσεις, αμέτρητες καρέκλες και κάνα δυο καλόγεροι, έδιναν την εντύπωση πλαστών αναγκαιοτήτων που βούλωναν ανεπιθύμητες τρύπες, όπως έκαναν πάντοτε. Μόνο που τα κενά αυτά μεταφέρθηκαν πια απ’ τις καρδιές των ανθρώπων στο ίδιο το βάρος που σταδιακά ξεφορτώνονταν. Το ολοένα και αυξανόμενο ύψος του πύργου έδινε μια αφύσικη λάμψη στα μάτια των ανθρώπων. Ήταν μια λάμψη ζεστή, που συνδυαζόταν με βουρκωμένα μάτια όταν κοίταζαν προς την κορυφή. Μάτια που έβλεπαν πραγματικά αυτό που κοίταζαν. Διότι κοιτούσαν ένα έκτρωμα, μα έβλεπαν ένα σύμβολο, έναν ελπιδοφόρο μελλοντικό δρόμο φτιαγμένο απ’ τα σκουπίδια του παρελθόντος. Μια διάσταση στην έννοια της Ανακύκλωσης που αδυνατούσε να φωτιστεί απ’ την περιοριστική οπτική της Οικολογίας. Επιτέλους, παππούδες κι εγγονοί, αγράμματοι και μορφωμένοι, δυνατοί και αδύναμοι, εστίαζαν τη Θέλησή τους προς μία κοινή κορυφή, προς έναν κοινό στόχο. Έγιναν Ένα, όπως μεταμορφώνονται οι λιγοστές ακτίνες του ήλιου που χωρούν στην ελάχιστη επιφάνεια ενός μεγεθυντικού φακού. Ικανή και αναγκαία συνθήκη η σωστή εστίαση…

 

  Η θέα ενός γιγάντιου συνονθυλεύματος επίπλων με ύψος που χανόταν φιλόδοξα προς τα πάνω, με βρήκε με το πόμολο στο χέρι. Άνθρωποι σκαρφάλωναν εμπρός μου σε ατελείωτες αυτοσχέδιες σκαλωσιές σα μαϊμούδες που για πρώτη τους φορά έφτιαχναν κάτι γνήσιο! Με μάτια να κοιτούν ψηλά δίχως να καταφέρνουν να πείσουν το μυαλό από πίσω τους για το θέαμα, προσπάθησα να βρω το όριο, να δω μέχρι που μπόρεσε να φτάσει. Με  το  μπαλκόνι του επάνω ορόφου (του έκτου !!) να περιορίζει το οπτικό μου πεδίο, σκέφτηκα να βγω στο μπαλκόνι. Φοβήθηκα. Δε σάλεψα. Το μυαλό ζήτησε χρόνο για να συλλάβει τα δεδομένα, ταξιδεύοντας και συγκεντρώνοντας αποσπασματικές σκέψεις που έπρεπε να ενωθούν. Τα γεγονότα επέβαλαν μεγάλες εικόνες που έπρεπε να συντεθούν. Οι πάμπολες μικρές απορίες του παρελθόντος αναγκάστηκαν να φανερώσουν τελικά το θεμελιώδες πρόβλημα. Να τραβήξουν το πέπλο. Να ερμηνεύσουν τη λύση.

Η συλλογική μας μνήμη είναι κατηγορηματική: Πάντοτε ένας Πύργος κατάφερνε να μεταμορφώσει τη Βαβέλ του. Είναι αργά; Δεν ξέρω. Κανείς δε μοιάζει να ξέρει. Ίσως η κενή φιλοδοξία να βαρέθηκε πια να μεταφέρει όλο και ψηλότερα, κορμιά που ανεβαίνουν μηχανικά τα σκαλιά μιας τυπικής ιεραρχίας, για να απολαύσουν την οπτική των δικών τους θεών που κοιτούν απ’ την κορυφή. Την ατέρμονα ψηλότερη κορυφή. Τι χρειάζεται για να αλλάξουμε μονοπάτι; Πόσοι ακόμη Πύργοι πρέπει να γκρεμιστούν; Πόσα εκατομμύρια ψυχές να θυσιαστούν, μόνες μέσα στο πλήθος; Ας είναι η νέα Βαβέλ διαφορετική. Η Βαβέλ ενός αλλιώτικου Πύργου…

 

Και οι φόβοι πέταξαν μακριά.

Και οι καρδιές ενώθηκαν.

Και το παράθυρο άνοιξε.  



Παναγιώτης Κωνσταντάκος

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Από κει που είσαι 5


Ξεκίνα από κει που είσαι…

 

            «Αρχή Σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις». Σήμερα ξεκινώ από το παρελθόν. Επειδή εκεί βρίσκομαι τώρα. Ξεκινώ με το Εγώ.

            Ετυμολογία ονομάζουμε την προσέγγιση της αλήθειας, της ουσίας που περιέχει μια λέξη, ένα όνομα, ένα σύμβολο. Ως δομικά στοιχεία του παρελθόντος, της διαμόρφωσης, οι λέξεις μας αποκαλύπτουν την ποιότητα της ουσίας που δέσμευσαν, όρισαν και περιόρισαν. Υλοποίησαν. Αν κοιτάξουμε σωστά, και είμαστε τυχεροί, μυστικά κλειδιά μας δωρίζουν ανεκτίμητες ματιές προς το φως. Το νοητό φως.

 

            Αρετή. Υπέροχη λέξη. Ακόμη και η σκέψη της ανάλυσης αυτής της λέξης μοιάζει με ασυγχώρητη αμαρτία. Σα να μαδάς ένα τριαντάφυλλο για να κατανοήσεις την ομορφιά του. Ίσως αν είμαστε πολύ προσεκτικοί να μη χάσουμε την ομορφιά και το νόημα αυτής της λέξης. Ο Πλάτωνας, μέσω του Σωκράτη στον Κρατύλο, την ορίζει ως: αεί ρείν, δηλαδή αυτή που ρέει για πάντα, ή αυτή που ρέει στο «είναι»… Σαν κάτι να λείπει εδώ… Προφανώς από μας, για να κατανοήσουμε, κι όχι από τον Πλάτωνα…

            …Αλλά ας αφήσουμε τους αρχαίους μας φίλους στην ησυχία τους. Όπως όλες οι σημαντικές αξίες, άλλοτε μας φωτίζουν το δρόμο κι άλλοτε μας δεσμεύουν. Κι εδώ έχουμε την ανάγκη της ελευθερίας από το γνωστό για να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Για εμάς καινούργιο.

 

            Πως θα διερευνούσαμε την αρετή αν δε γνωρίζαμε τίποτα γι’ αυτή; Αν ξεκινούσαμε από το μηδέν; Αρετή: άρω το έτος, βγαίνω από το χρόνο, την αιτιοκρατία, τη δυαδικότητα του υλικού κόσμου. Κάτι πολύ σημαντικό αρχίζει να αχνοφαίνεται εδώ…

            Είναι η παντοτινή ροή της αιωνιότητας που εισέρχεται στον κλειστό χωρόχρονο ως αρχικό αίτιο στην αλυσίδα της αιτιοκρατίας (Αρχαίτιο; = Αρχή της Τάξης; = Ταξιάρχης;!), ή ως νέο αίτιο δραστικής μεταβολής της. Το νοητό φως που υλοποιείται μονόδρομα.

 

            Εδώ αναδύεται η ερώτηση: ποιο είναι το μέσο λειτουργίας της αρετής στον κόσμο μας; Μα ο άνθρωπος φυσικά! Αλλά εν δυνάμει. Αυτός που δεν είναι βυθισμένος στο παρελθόν, που δεν είναι δεμένος στις αλυσίδες της ψυχολογικής μνήμης, του Εγώ (Δεσμώτης).

            Αυτό σημαίνει το εξής: Όταν κάποιος αφήσει το Εγώ του στην άκρη, δηλαδή σταματήσει να λειτουργεί από την ψυχολογική μνήμη, δεν αναγνωρίζει, δεν μετρά τα πάντα ψυχολογικά, δεν επιθυμεί, δεν φοβάται, δεν ελπίζει, δεν προσπαθεί, τότε η δράση του είναι ενάρετη! Σε πείσμα όσων ισχυρίζονται ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι ζωντανός, η δράση του είναι πρωτογενής, δηλαδή η ίδια η συμπαντική Ουσία λειτουργεί μέσα απ’ αυτόν! (Γι΄αυτό κι ο σπάνιος αυτός άνθρωπος αντιμετωπίζει πλήρως και αποτελεσματικά όλες τις καταστάσεις, ειδικά στο χώρο των ανθρωπίνων σχέσεων. Με κατανόηση, φροντίδα, αλλά κι αυστηρή δικαιοσύνη. Είναι Υπεύθυνος.)

 

            Ανακαλύψαμε λοιπόν κάτι σημαντικό. Τη διαφορά μεταξύ αυτογνωσίας κι επίγνωσης. Αυτογνωσία είναι η συλλογή γνώσης για το Εγώ, δρόμος που δυναμώνει το Εγώ αφού αυτό αποτελείται από γνώση, από μνήμη. Ενώ επίγνωση είναι η δράση της Ουσίας επί της γνώσης, επί του Εγώ κι όλης της παρελθοντικής διαμόρφωσης. Όποτε η επίγνωση αποδομεί το Εγώ, φωτίζοντάς το! Τελειώνει την αποκοπή (Εδώ γίνεται  φανερή η άμεση σχέση αρετής κι επίγνωσης).

            Οι δύο παράλληλοι δρόμοι της λειτουργίας του ανθρώπινου μυαλού: ο ανθρώπινος, κι ο Θεϊκός! Έτσι, το υπαρξιακό ερώτημα: «Ποιος Είμαι;» μετατρέπεται στο πιο… πρακτικό ερώτημα: Όταν δεν είμαι Εγώ, ποια ποιότητα της Ουσίας λειτουργεί στον κόσμο μας μέσα από μένα; Χμμ… Ενδιαφέρον! 

Παναγιώτης Κωνσταντάκος


Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Από κει που είσαι 4


Ξεκίνα από κει που είσαι…

 

            Εδώ και τώρα. Τι μου συμβαίνει; Ήσυχο μυαλό, ένα μούδιασμα στο μέτωπο, έντονο βουητό στ’ αυτιά, τα δάκτυλα αγγίζουν απαλά το πληκτρολόγιο (αλήθεια, ποιος γράφει;) και η βαρύτητα πιέζει τα οπίσθιά μου στο κάθισμα… 

 

Η βαρύτητα; Περίεργο… Είναι η μεγαλύτερη δύναμη που ασκείται παντού γύρω μας και μέσα μας, που επιδρά καθοριστικά στην ίδια τη διαμόρφωσή μας, κι όμως την ανέφερα τελευταία. Γιατί;… Η βαρύτητα βρίσκεται εδώ, αδυσώπητη παράμετρος στο σύστημα που μας περιβάλλει και μας αποτελεί. Και μας φωνάζει κάτι σημαντικό: την έλλειψη επίγνωσης που μας χαρακτηρίζει. Την απροσεξία μας. Τον αυτοματισμό μας, που λειτουργεί με προγράμματα συνηθειών. Loops αναπαραγωγής του παρελθόντος. Δεν λογαριάζουμε ποτέ τη βαρύτητα. Παρά μόνο ίσως όταν ανέβουμε στη ζυγαριά, ή όταν σκοντάψουμε!

            Κάθε κίνηση ανάπτυξης του ανθρώπου νοείται ως κίνηση αντίθετη της βαρύτητας: προς τα πάνω. Οι ουρανοί, ο παράδεισος, όλα προς τα πάνω. Είναι αυτό μια εμμονή; Μια συνήθεια λόγω μίμησης; Οφείλεται στην εκπαίδευσή μας; Χμμ… Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Για να δούμε…

            Ένα δέντρο αναπτύσσεται προς τα πάνω. Αναπτύσσεται όμως αναλόγως και προς τα κάτω, θα μου πεις. Τα κλαδιά με τα φύλλα ανάλογα με τις ρίζες. Ένα λουλούδι ανθίζει προς τα πάνω. Κινείται προς τον ήλιο, θα μου πεις πάλι. Όμως ο σπόρος που βρίσκεται μέσα στη γη, μέσα στο υγρό σκοτάδι, βλασταίνει και πιέζει επίμονα το βαρύ χώμα που αντιστέκεται. Και ξέρει ακριβώς προς τα που να κινηθεί, να παλέψει, να κατευθυνθεί στα σκοτεινά: αντίθετα στη βαρύτητα! 

            Ας δούμε το ανθρώπινο σώμα. Είναι γνωστό πως όλα τα όργανα του σώματός μας είναι εξίσου σημαντικά. Όμως οι λειτουργίες που επιτελούνται δεν είναι όλες ίδιες. Άλλες είναι πιο θεμελιώδεις κι άλλες πιο εκλεπτυσμένες. Μπορούμε, λίγο αυθαίρετα ίσως, να χαρακτηρίσουμε κατώτερες τις πρώτες και ανώτερες τις δεύτερες. Ακριβώς έτσι τοποθετούνται και τα όργανα που τις επιτελούν στο σώμα! Είναι εντυπωσιακό. Χαμηλά: γεννητικά όργανα, ουροποιητικό, παχύ έντερο. Παραπάνω: λεπτό έντερο, στομάχι, σπλήνα, συκώτι. Ακολουθεί το λεγόμενο ηλιακό πλέγμα (διάφραγμα) που διαχωρίζει την καρδιά και τους πνεύμονες, που, ως «ευγενέστερα» όργανα βρίσκονται ψηλότερα. Ανεβαίνοντας, θυμός αδένας, θυρεοειδής αδένας, φωνητικές χορδές. Και τέλος εγκέφαλος. Είναι ολοφάνερη μια κίνηση εκλέπτυνσης του συμβολισμού αντίθετη στη βαρύτητα. Η ανατολική φιλοσοφία (κι όχι μόνο) θα μας μιλούσε για τα ενεργειακά κέντρα του σώματος τα οποία αντιστοιχούν σε χρωματική συχνότητα που αυξάνεται όσο ανεβαίνουμε στο σώμα, με αποκορύφωμα το ιώδες του στέμματος. Το ίδιο ισχύει και για τον συμβολισμό τους.

            Γίνεται λοιπόν φανερή μια τάση φυγής προς τα πάνω, με φρουρό τη βαρύτητα. Άλλωστε, πρέπει να παραδεχτούμε ότι περισσότεροι άνθρωποι εμπνέονται ατενίζοντας τ’ αστέρια, παρά το βυθό του ωκεανού, ή κάποιο βάραθρο εξίσου δυσπρόσιτο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η τάση αυτή αποτελεί φυγή από το σπίτι, τη Γη μας, ή επιστροφή στο σπίτι, από τη Γη μας; Βλέπεις, ο σπόρος που θρέφεται στη μήτρα της γης έχει προέλθει έξω απ’ αυτήν… Και ο μίσχος επιστρέφει έξω. Στο φως.

            Η σύγχρονη επιστήμη ανακάλυψε πρόσφατα τα βαρυντικά κύματα, δηλαδή την κυματική φύση της βαρύτητας. Πολύ χαμηλής συχνότητας κύματα… που μας τραβούν προς τα κάτω… χαμηλά! Επίσης, νέες θεωρίες ορίζουν την ύλη ως αναδίπλωση του τρισδιάστατου χώρου σε μία τέταρτη χωρική διάσταση. Τι σημαίνει αυτό; Ας μην το αναλύσουμε προς το παρόν, παρά μόνο να προσέξουμε το γεγονός ότι ακριβώς έτσι ορίζουν και την βαρύτητα. Ως μη εκδηλωμένη ύλη, ή ως ένα πεδίο ύλης. Έχουν δηλαδή την ίδια ποιότητα.  Ένας ποιητής θα μιλούσε για τον έρωτα της ύλης με την ύλη, ή για την παθολογική αγάπη της μάνας Γης για τα άτακτα παιδιά της, τους ανθρώπους. Και θα περιέγραφε την έλξη αυτή πολύ καλύτερα απ’ όλους τους επιστήμονες…

 

            Τι μου συμβαίνει λοιπόν; Ήσυχο μυαλό, μούδιασμα στο μέτωπο, βουητό στ’ αυτιά, χάιδεμα στο πληκτρολόγιο, βαρύτητα… Με έλκει προς τα κάτω, δυναμώνει τους μύες μου, και αποτελεί τελικά την αντίδραση σε μία αντίθετη δύναμη που με έχει αναπτύξει προς τα πάνω. Και συνεχίζει να το κάνει… Τη δύναμη της ζωής. Την κίνηση προς το Φως (αυτή γράφει τελικά!).

            Ήταν η χαρά μιας ακόμη ανακάλυψης, όταν ξεκινάς από κει που είσαι, με καθαρό μυαλό και γεμάτη καρδιά… 


Παναγιώτης Κωνσταντάκος

Πέμπτη 4 Μαΐου 2023

Από κει που είσαι 3


Ξεκίνα από κει που είσαι…

 

            «Σκέπτομαι άρα υπάρχω». Ο Καρτέσιος σκεπτόμενος ένιωσε έντονα τη δέσμευση σε μια Αρχή. Και κάθε περιορισμός είναι κι ένας ορισμός. Έτσι όρισε τον Εαυτό του. Άλλωστε «υπάρχω» σημαίνει ότι βρίσκομαι υπό μίας ανώτερης Αρχής. Περιορίζομαι και διαμορφώνομαι από αυτή. Το ίδιο και η σχέση μου με το σύμπαν. Το σύμπαν μας. Το σύμπαν του Λόγου.

            «Εν Αρχή ην ο Λόγος». Η ανώτερη Αρχή του υλικού κόσμου. Είναι έτσι; Ας το εξετάσουμε. Τι σημαίνει Λόγος; Η λέξη Λόγος στην ελληνική γλώσσα έχει τρεις έννοιες που συνθέτουν ένα κοινό νόημα, μία περιχώρηση. Που οδηγεί σε μια αποκάλυψη! 

1)    Λόγος είναι η ομιλία. Η χρήση λέξεων, ήχων με νόημα. 

2)    Λόγος είναι το κλάσμα. Η διαίρεση ενός συνόλου σε μέρη.

3)    Λόγος είναι η αιτία. Η πηγή ενός αποτελέσματος, που με τη σειρά του γίνεται μια νέα αιτία ενός νέου αποτελέσματος, κ.ο.κ. Έτσι γεννιέται η αιτιοκρατία (βλέπε και: Λογική).

Τρεις διαφορετικές έννοιες για την ίδια λέξη… Ή μήπως όχι; Μήπως είναι τρεις διαφορετικές οπτικές θέασης της ίδιας έννοιας; Ή της ίδιας κίνησης;… Χμμ… Για να δούμε:

            Το σύμπαν της ύλης είναι το σύμπαν του Λόγου. Η ύλη αποτελείται, εξ ορισμού, από κομμάτια. Κάθε αντικείμενο αποτελεί μέρος κομματιών. Να το κλάσμα!

Τα κομμάτια αυτά έχουν ιδιότητες, δονήσεις, καθορίζονται από συχνότητες, ήχους, πρότυπα, ιδέες, δηλαδή λέξεις. Να η ομιλία!

Τα πρότυπα αυτά, είτε λειτουργούν ως ύλη, είτε ως ιδιότητες της ύλης, ή υλικές διαδικασίες, δημιουργούν μια αιτιοκρατία, μια ατελείωτη αλυσίδα αιτιών και αποτελεσμάτων ασύλληπτης πολυπλοκότητας και διασύνδεσης. Δημιουργούν τον ίδιο το Χωρόχρονο. Να η αιτία!

            Οπότε, συνθέτοντας τις τρεις οπτικές, ίσως ανακαλύψουμε κάτι αληθινό… Ας προσπαθήσουμε:

 

Λόγος: Η συμπαντική ενέργεια από μια κατάσταση ενότητας μοιράζεται (κλάσμα) σε πρότυπα, καλούπια συχνοτήτων (λέξεις-ομιλία), που την περιορίζουν σε ένα συγκεκριμένο εύρος ιδιοτήτων που ονομάζουμε Ύλη. Τα υλικά μέρη αυτά αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους (αιτία) δημιουργώντας ατελείωτες αλυσίδες αιτιών-αποτελεσμάτων σε μορφή πολύπλοκου πλέγματος που ονομάζουμε χωροχρονικό συνεχές.

Όλη η δημιουργία του υλικού κόσμου υπονοείται στη λέξη Λόγος!

 

            «Σκέπτομαι άρα υπάρχω»… Ο Καρτέσιος μας έδειξε ότι η σκέψη-λέξη λειτουργεί ως ανώτερη Αρχή που μας ορίζει. Και μας περιορίζει. Σα μια σκεπή συμβόλων (σκεπ[σ]η). Μας προστατεύει από τη βροχή, αλλά ταυτόχρονα μας κρύβει τον Ήλιο… Στην πρόταση του Καρτέσιου, λοιπόν, μπορούμε πια να συμπληρώσουμε και μία δεύτερη: «Άρα δεν είμαι ελεύθερος». 

Έτσι ανακαλύψαμε κάτι πολύτιμο. Είδαμε καθαρά το δρόμο της Προόδου. Το δρόμο της Ιλιάδας του Ομήρου: από τη Θεϊκή ενότητα, στην πολλαπλότητα και τη σύγκρουση της Ύλης. Και ήρθε η στιγμή να κοιτάξουμε μέσα μας και να αναρωτηθούμε αληθινά αν είμαστε φτιαγμένοι γι’ αυτό… 


Παναγιώτης Κωνσταντάκος